ΑΠΟΨΗ

Άγιος Φανούριος: Καλά φανερώματα

Της Μυρένας Σερβιτζόγλου

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ | Διάβασμα φανουρόπιτας, 27/08/20 , παρεκκλήσι Αγίου Φανουρίου (Αγία Άννα-Κατερίνη)

Αν στο «Εκατό χρόνια μοναξιά» υπήρχε ο Άγιος Φανούριος, θα ήταν ο αγαπημένος της γιαγιάς Ούρσουλας Ιγκουαράν και θα είχε προ πολλού φανερώσει την Επανάσταση στον παππού συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία. Ενδεχομένως, να μην είχε καν χρειαστεί ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες να γράψει τον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας», καθώς ο Φλορεντίνο Αρίσα θα είχε την Φερμίνα Ντάζα από την πρώτη στιγμή που την πόθησε.

Αν ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αντί του υπαρξισμού, είχε ασπαστεί τον χριστιανισμό, δεν θα είχε εισέλθει στις δαιδαλώδεις περιπέτειες του «Είναι και Χρόνος». Δεν θα χρειαζόταν να φανερώσει την οντολογική διαφορά, μήτε να στρέψει το φως στο Είναι από τον Ον. Θα τα είχε κάνει όλα ο Άγιος.

Τα ίδια πάνω κάτω, θα είχαν συμβεί με τον Γιανσενιστή Μπλεζ Πασκάλ, θα τον είχε γλυτώσει από το Στοίχημα: «Στοιχηματίστε ότι ο Θεός υπάρχει. Αν δεν υπάρχει δεν έχετε να χάσετε τίποτα, αν όμως υπάρχει, κερδίζετε τα πάντα».

Εμείς πάλι στο σπίτι μας ήμασταν πιο τυχεροί. Κάθε 27 Αυγούστου, στο όριο του Καλοκαιριού και το κατώφλι του Φθινοπώρου, γιορτάζουμε τον Άγιο Φανούριο. Τον νεαρό στρατιωτικό που μαρτύρησε για την Πίστη και έκτοτε βαστά ένα αναμμένο κερί στο χέρι για να φανερώνει και να φωτίζει το καλό.

Η αλήθεια είναι ότι γιορτάζουμε περισσότερες φορές από μία τον χρόνο τον Άγιο. Κάθε φορά που χάνεται κάτι ή εκείνη τη φορά που πρέπει κάτι να μας φανερωθεί, η μητέρα μου κλείνεται στο κουζινάκι και κάνει αλχημείες με τη γνωστή φανουρόπιτα. Αλίμονο αν λείπει έστω και ένα υλικό, η μαγεία δεν πιάνει. Καρύδια, σταφίδες, κανέλλα, τα υλικά πρέπει να είναι επτά ή εννέα.

«Φανούρη μου, καλέ μου Φανούρη, φανέρωσέ μας το καλό», είπα τόσες φορές, όσες με μάλωνε αυστηρά η μάνα μου: «Παιδί μου φίλος σου είναι ο Άγιος, για να τον προσφωνείς με το όνομά του μονάχα;»

Κι όμως ο Άγιος Φανούριος είναι παντοτινός φίλος των ξενιτεμένων, όσων βιώνουν κάθε είδους ξενιτιάς και ξένου. Την ύστατη στιγμή τους φανερώνει τους ακατάλυτους δεσμούς με την πατρίδα και τους ελευθερώνει.

Ο Γκάμπο ή Γκαμπίτο, όπως ήταν το παρατσούκλι του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, έζησε στον γενέθλιο τόπο του μέχρι τα οχτώ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του διαβιούσε σε ξένη χώρα. Κι όπως ο ίδιος εξομολογείται, μπορεί με τη γυναίκα του να κατάφεραν στα ξένα να ζουν χωρίς το άρωμα του γκουάβα ή τις γεύσεις της παιδικής τους ηλικίας, αλλά τους ήταν αδύνατον να ζήσουν χωρίς το ρύζι της πατρίδας. Εκείνο που έφτανε λαθραία επί χρόνια μέσα στις αποσκευές φίλων και του οποίου τους κατάλευκους κόκκους μπορούσε κανείς να τους μετρήσει με το χέρι έναν έναν.

Και ορίστε, στον μετρ του μαγικού ρεαλισμού ή της υλοποίησης της ποίησης κατά τον ίδιο, είχε διαφύγει ότι οι σταθερές πάτριες προμήθειες του ρυζιού της καρδιάς τους δεν θα μπορούσαν να παρά να ήσαν και αυτές δουλειά του Αγίου Φανουρίου.

Καλά φανερώματα με πίστη.

logo podas

About the author

OM Newsroom

Σχολιάστε το άρθρο

Γράψτε εδώ το σχόλιο σας