ΑΠΟΨΗ

Ανάλυση: Γιατί η Γερμανία «δε θέλει» να βοηθήσει;

      Πολύς λόγος γίνεται τις τελευταίες μέρες για το γεγονός ότι η Γερμανία απέρριψε ασυζητητί το αίτημα πολλών ευρωπαϊκών κρατών για έκδοση ενός κοινού ευρωομολόγου, το οποίο θα βοηθούσε να ξεπεραστούν οι οικονομικές συνέπειες του κοροναϊού. Πέρα από τα αναθέματα και τους αφορισμούς προς την «κακή» Γερμανία, ας προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τους λόγους για τους οποίους το έκανε και, γενικώς, τους λόγους για τους οποίους έχει αρνηθεί και άλλες παρόμοιες πρωτοβουλίες «διάσωσης» κατά το πρόσφατο παρελθόν.

      Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η Ευρωπαϊκη Ένωση, όπως όλοι γνωρίζουμε, αποτελείται – μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου – από 27 κράτη-μέλη, τα οποία εντάχθηκαν στην ΕΕ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η διεύρυνση, βέβαια, αν και σημαντική, δεν σήμαινε ότι με το που γινόταν μια χώρα μέλος ότι θα απολάμβανε τα ίδια προνόμια με τις υπόλοιπες. Εξάλλου, υπήρχαν, ήδη, χαώδεις διαφορές στον οικονομικό τομέα μεταξύ πολλών κρατών. Στο μυαλό, θα λέγαμε, αυτών που κρατούσαν τα ευρωπαϊκά ηνία ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, δηλαδή η πλήρης οικονομική εξίσωση  όλων των μελών, θα έπρεπε να γίνει σταδιακά και μέσω συγκεκριμένων βημάτων που θα έκανε η Ένωση.

      Ξεκίνησε, λοιπόν, το 1957, με την ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης, η Ευρωπαϊκη Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) ή Κοινή Αγορά, με την οποία οι χώρες άρχισαν να άρουν τους εμπορικούς δασμούς μεταξύ τους και, έτσι, ξεκίνησε στην ουσία το ευρωπαϊκό εμπόριο. Κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80, η Ευρώπη διέθεσε – ομολογουμένως – τεράστια ποσά για την ενίσχυση της οικονομίας των φτωχότερων μελών της και τη δημιουργία υποδομών. Ακολούθως, το 1993, ολοκληρώθηκε μια διαδικασία μιας δεκαετίας περίπου και θεσπίστηκε η Ενιαία Αγορά, όπου οι Ευρωπαϊκές χώρες συναποφάσισαν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων μεταξύ τους.

      Ερχόμαστε, λοιπόν, στο έτος 1999, όπου η Ένωση αποφασίζει να κάνει το επόμενο βήμα, αυτό της Νομισματικής Ένωσης, της λεγόμενης Ευρωζώνης. Έτσι, σταδιακά, οι χώρες μέλη  – με κάποιες εξαιρέσεις – εγκαταλείπουν το εθνικό τους νόμισμα και υιοθετούν το ευρώ. Δυστυχώς, η όλη πορεία σταμάτησε εδώ. Τα επόμενα βήματα που είχαν σχεδιαστέι, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Ποια ήταν, όμως, αυτά;

      Το αμέσως επόμενο βήμα που είχαν στο μυαλό τους οι θιασώτες του ευρωπαϊκού ιδεώδους ήταν η Οικονομική Ένωση. Αυτή θα περιελάμβανε κοινούς κανόνες δημοσιονομικής πολιτικής, θα εναρμονίζονταν εν ολίγοις οι οικονομίες των κρατών-μελών. Επόμενο – ακομή πιο τολμηρό – βήμα θα ήταν η Τραπεζική Ένωση, δηλαδή η ίδρυση κοινών τραπεζών, η επιβολή κοινών κανόνων στις τραπεζικές συναλλαγές, επιτοκίων κ.α. Τα προτελευταίο στάδιο θα ήταν η Φορολογική Ένωση για τους πολίτες της ΕΕ και, τέλος, όταν όλα αυτά θα είχαν ολοκληρωθεί, θα υλοποιούνταν η Πολιτικο – οικονομική Ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών κρατών (ένα είδος ομοσπονδίας: «superstate»).

      Μπορεί σε πολλούς να φαίνονται υπερβολικά ή αδύνατα τα παραπάνω, αλλά αυτά βρίσκονταν τουλάχιστον επί χάρτου. Ποτέ, όμως, δεν υλοποιήθηκαν και – κατά τα φαινόμενα – ούτε πρόκειται. Αντ’ αυτών, έγιναν πράγματα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

      Toν Οκτώβριο του 2010, στην πόλη Ντοβίλ της Γαλλίας, ο τότε Γάλλος Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί και η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ αποφάσισαν ότι η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της δεν θα επεμβαίνουν για να σώζουν χρεοκοπημένες οικονομίες άλλων κρατών-μελών. Όλα θα γίνονταν μέσω των υπαρχόντων «θεσμών» ή «μηχανισμών στήριξης» και με διευρυμένη συμμετοχή ιδιωτών: καταθετών, ομολογιούχων κλπ. Ό,τι δηλαδή έγινε μετέπειτα στην Ελλάδα με το περίφημο PSI (όπου οι μικροομολογιούχοι του Ελληνικού Δημοσίου έχασαν το 80%-90% των αποταμιεύσεών τους) και στην Κύπρο με το κούρεμα των καταθέσεων.   

      Για να έρθουμε στο σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει η στάση της Γερμανίδας Καγκελάριου, όσον αφορά στην άρνηση έκδοσης ευρωομολόγου. Η πιθανή χρήση ενός τέτοιου οινονομικού «εργαλείου», αφενός θα παραβίαζε τα συμφωνηθέντα στην Ντοβίλ τα οποία έκτοτε η Γερμανία ακολούθησε απαρέγκλιτα και αφετέρου θα εξίσωνε κατά κάποιο τρόπο τη γερμανική οικονομία με αυτές των ασθενέστερων μελών της Ένωσης. Οι οικονομικές συνέπειες του κοροναϊού δεν θα είναι για όλους οι ίδιες και αυτό το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους η Καγκελάριος. Στην ουσία, αρνείται να επωμιστεί η χώρα της το βάρος π.χ της ήδη κατεστραμμένης από την πανδημία ιταλικής οικονομίας ή της αντίστοιχα πλητόμμενης ισπανικής. Προφάνως και δεν χρειάζεται την έκδοση ενός τέτοιου ομολόγου η στιβαρή βιομηχανική γερμανική οικονομία. Γι’ αυτό και  η Καγκελάριος παραπέμπει τις χώρες στον ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) και στους λοιπούς θεσμούς. Αυτό που δεν λαμβάνει υπόψη της είναι η Θεωρία του Ντόμινο στην ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία εάν συμβεί, θα έχει δυσμενείς συνέπειες για καθένα από τα – είτε ισχυρά είτε ανίσχυρα – οικονομικά κράτη-μέλη.       

About the author

Αστέριος Κουρίτας

Ο Αστέριος Κ. Κουρίτας γεννήθηκε στο Λιτόχωρο το 1980.
Το 1999 αποφοίτησε από τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών.
Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου και στη συνέχεια σπούδασε Διεθνείς και
Οικονομικές Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του ίδιου Πανεπιστημίου.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού στη «Διακυβέρνηση, Ανάπτυξη και Ασφάλεια στη Μεσόγειο».
Αρθρογραφεί για το Κέντρο Μελέτης Μεσογειακής - Μεσανατολικής Πολιτικής και Πολιτισμού και για το συλλογικό έργο «Η Ελλάδα, η Ευρώπη και ο Κόσμος: Μελέτες για την Ευρωπαϊκή και Διεθνή Πολιτική».
Από το 2018 υπηρετεί στο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Θεσσαλονίκη.
Είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη.

Σχολιάστε το άρθρο

Γράψτε εδώ το σχόλιο σας

Πρόσφατα άρθρα