ΙΣΤΟΡΙΑ - ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ

Σήμερον κρεμάται …

Το Μαρτύριον του Θεανθρώπου.
(Άρθρο του Φώτη Κόντογλου στη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 29 Απριλίου 1948, Μεγάλη Πέμπτη)

Σήμερα είναι μέρα φοβερή μέρα που κλαίνε και τ’ άψυχα τα κτίρια βλέποντας το Χριστό να κρέμεται στο Σταυρό. Κλαίγει σήμερα ο κάθε άνθρωπος, ας είναι και τρισευτυχισμένος. Μα ευτυχισμένοι δε βρίσκουνται πια στον τόπο μας, γιατί το κάθε σπίτι είναι σα να’ χει κι από ένα λείψανο. Ποιος από μας δεν είναι χαροκαμένος; Τίνος τα φυλλοκάρδια δεν είναι φαρμακωμένα; Στερέψανε στα βουνά οι βρυσούλες και γινήκανε βρύσες τα μάτια των μανάδων και κρυφοκλαίνε δίχως να τις ακούγει κανένας. Περνάς απ’ έξω από τα σπίτια και θαρρείς πως είναι μνήματα. Μέσα στην κάθε καλύβα και στην κάθε στρούγκα κάθουνται βασανισμένοι άνθρωποι, γριές γυναίκες, κορίτσια δίχως αίμα στο κορμί τους, σα μήλα μαραμένα από το φόβο, από την πείνα και από το χάρο. Λίβας άσπλαχνος φύσηξε απάνω στον τόπο μας τον καϋμένον και ξέρανε τα λουλούδια της καρδιάς μας, το γέλιο σβήστηκε πια από το στόμα μας. Τα μωρά γεράσανε κι οι γερασμένοι απομωραθήκανε και δε ξέρουνε αν βρίσκουνται στον πάνω κόσμο ή στον κάτω κόσμο. Οργή αβάσταχτη μας χτύπησε σαν το δέντρο που το ‘καψε το αστροπελέκι και στέρεψε τις φλέβες του και δεν μπορεί να βγάλει φύλλα. Έπεσε το στεφάνι από την κεφαλή μας.
Η πέρδικα σαν χάσει τα πουλιά της δεν πίνει πια καθαρό νερό, μόνο το θολώνει κι ύστερα πίνει. Έτσι είναι κι οι πικραμένοι, πάλι στην πίκρα βρίσκουνε ξαλάφρωση και παρηγοριά. Και δεν υπάρχουνε άλλα παρηγορητικά και γλυκύτερα δάκρυα από κείνα τα δάκρυα που χύνονται για το σταυρωμένο το Χριστό μας . Γιατί όλοι οι πόνοι των ανθρώπων είναι κρεμασμένοι απάνω του, επειδής είναι ένας Θεός χιλιοβασανισμένος. «Αυτός τα ασθενείας ημών ήνεγκε και τας νόσους εβάστασε και περί ημών οδυνάται». Για τούτο όποιος δεν πονά δεν είναι Χριστιανός. Καλότυχος όποιος θλίβεται μαζί με το Χριστό γιατί θα χαρεί μαζί με το Χριστό. Γιατί Εκείνος μονάχα μπορεί να μας γιατρέψει.
Απόψε θα θρηνήσουνε για το Χριστό και θα χύσουνε ποτάμια δάκρυα όλοι οι Έλληνες, που ‘ναι οι πιο βασανισμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Γιατί όποιος κλαίγει για το Χριστό κλαίγει για τον εαυτό του και για το παιδί του και για τη γυναίκα του και για την πατρίδα του. Μέσα στον πόνο του Χριστού είναι ο κάθε πόνος. Η ορθοδοξία μας είναι πονεμένη γιατί πήρε την αληθινή σφραγίδα του Χριστού. Η πετραδερή κι η φτωχή Ελλάδα μας είναι ο «κρανίου τόπος», που σχισθήκανε οι ματωμένες πέτρες της από τα δάκρυα. Για τούτο και τα χαρούμενα τα τραγούδια μας είναι και κείνα παραπονεμένα κι οι μανάδες μας κι οι αδερφάδες μας είναι σκεπασμένες με τα τσεμπέρια σαν τις καλόγριες.
Απόψε οι παπάδες θα βγάλουνε τον Σταυρωμένον με χέρια τρεμάμενα και θα βογκάνε τα βουνά σα ζωντανά και τα δέντρα θα κλαίνε και τα πουλιά θα μοιρολογάνε κι η θάλασσα θα πήξει σα μολύβι κι ο ουρανός θα καρβουνιάσει κι οι πεθαμένοι θα αγκομαχήσουνε και θα μετατοπίσουνε τις ταφόπετρές τους. Κι οι χριστιανοί θα κλαίνε σα να ‘ναι βρυσούλες εφτακάνουλες τα μάτια τους. Και θαν ακούνε τα αγιασμένα τα τροπάρια και θα τα ρουφά η ψυχή τους, όπως ρουφά τη δροσιά τ’ ουρανού το σφουγγάρι το κατάξερο. Γιατί θα βλέπουνε μπροστά τους το Χριστό να βρίσκεται σε δεινή αγωνία και να στάζει από το κορμί του σαν αίμα ο ιδρώτας και να πηγαίνει γονατιστός κοντά στους μαθητές του για να πάρει λίγη παρηγοριά, κι αυτοί να κοιμούνται τσακισμένοι από τη λύπη εκείνης της φριχτής νύχτας. Και πάλι να γυρίζει στον τόπο που έκανε την προσευχή του ολομόναχος και να λέγει στον Πατέρα του. «Πατέρα ας γίνει τι θέλημα το δικό σου». Και σε λίγο κείνη η σιωπή που τον έζωνε θα δει πως χάθηκε μονομιάς κι ακουσθήκανε φωνές άγριες και γίνηκε οχλοβοή μεγάλη και χτυπούσανε από πάνω του κοντάρια και σπαθιά κι ο Ιούδας πήδηξε μπροστά του σα δαίμονας και τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο ματωμένο μάγουλό του λέγοντάς του «Χαίρε ραβί». Κι άλλος από τους μαθητές του δεν απόμεινε κοντά του, αλλά σκορπίσανε από το φόβο τους κι ο ένας που απόμεινε ήτανε αυτός που τον πρόδωσε. Και κει που τον τραβούσανε σα ληστή, οι ανθρώποι κοιμόντανε στα σπίτια τους και κανένας άλλο δεν αγρύπνησε για δαύτον εξόν από τη Παναγία κι από τις άγιες γυναίκες κι από τους τρομαγμένους μαθητές του. Και σαν τον φέρανε στον Καϊάφα γύρισε κι είδε τον αγαπημένο του τον Πέτρο την ώρα που φώναξε ο πετεινός σα να του ‘λεγε … «Θυμήσου πως μου είπες πως θα σκοτωθείς για μένα, πλην εγώ σου είπα πως θα μ’ αρνηθείς τρεις φορές πριν να φωνάξει ο πετεινός. Λοιπόν, άκουσέ τον»
Και σαν ξημέρωσε η Παρασκευή τον πήρανε ματοχωμένον, δαρμένον, κατασκοτωμένον, νηστικόν, διψασμένον, αγρυπνισμένος με τ’ αγκάθια στο κεφάλι και τον πομπέψανε μπροστά στον κόσμο πηγαίνοντάς τον για να τον σταυρώσουνε. Και κείνος τους κοίταζε με τα αθώα μάτια του, όπως κοιτάζει το αρνί το χασάπη. Και σαν φτάξανε στον τόπο που τον λέγανε Κρανίο, εκεί τον σταυρώσανε, μαζί με τους κακούργους, τον έναν από τα δεξιά και τον άλλον από τ’ αριστερά. Κι ο Ιησούς έλεγε «Πατέρα συγχώρεσέ τους γιατί δεν ξέρουνε τι κάνουνε». Και μοιράσανε το ρούχα του και βάλανε κλήρο. Και καθότανε ο κόσμος κι έβλεπε. «Κι από την έκτη ώρα σκοτάδι σκέπασε τη γή ως την ένατη ώρα, Και κατά την ένατη ώρα φώναξε ο Ιησούς με φωνή μεγάλη κι είπε : «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί» ήγουν «Θεέ μου Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες»; «Κι ο Ιησούς φώναξε πάλι με φωνή μεγάλη και παρέδωσε το πνεύμα. Και να, το καταπέτασμα του ναού σχίσθηκε στα δύο, από πάνω ως κάτω. Και η γη σείστηκε και οι πέτρες σχισθήκανε και τα μνημεία ανοίξανε και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων αναστηθήκανε και βγαίνοντας από τα μνήματα μετά από την Ανάστασή του μπήκανε στην αγιασμένη Πολιτεία και φανερωθήκανε σε πολλούς».
Ποιος πικραμένος δεν ξεχνά την πίκρα τη δική του για να κλάψει για το Χριστό; Ή, για να πω καλύτερα, ποιος δε νιώθει πως τώρα, που θρηνεί για το Χριστό, θρηνεί για τον αγαπημένο του που πέθανε. Είτε τέκνο του είναι, είτε πατέρας, είτε αδερφός, είτε μάνα. είτε φίλος, με κάποια δάκρυα που τον ανακουφίζουνε πιο πολύ, παρά τις άλλες μέρες που έκλαιγε μονάχα για τον δικό του πόνο, δίχως να τον αδερφώσει με τον πόνο του Χριστού. Όλα αγιάζουνε με τη χάρη του καν η λύπη μας καν η χαρά μας. Για τούτο κι οι αγιογράφοι της Ορθοδοξίας δεν ζωγραφίζουνε τον Σταυρωμένον όπως σε άλλα μέρη, ήγουν με την αγριότητα και με τη φρίκη που βγαίνει αό την όψη ενός πεθαμένου κορμιού, με νεύρα και με φλέβες και με την αποτρόπαια απελπισία του θανάτου, ξεσηκώνοντας όλα τούτα τα καθέκαστα από ένα κουφάρι, αλλά τον ζωγραφίζανε με τέχνη κατανυχτική, που κινά τον άνθρωπο να κλάψει και να πονέσει, αλλά με κείνον τον πνευματικό τον πόνο που είναι κάποια θροφή αθάνατη για την ψυχή μας κι όχι που τον τρομάζει με το θέαμα της φθοράς. Και σε τούτο πηγαίνει η αγιογραφία μας σύμφωνα με το ίδιο το Ευαγγέλιο, που δεν κατατρίβεται με το να εξιστορεί λογής λογής καθέκαστα που καταπνίγουνε τον άνθρωπο και τον καταποντίζουνε στην απελπισία, γιατί αυτά κάνουν να υποφέρουνε τα νεύρα του κορμιού μας κι όχι να θλιβόμαστε πνευματικά. Αυτή είναι η αιτία που θέλουνε πολλοί, που δεν έχουνε θερμή πίστη, να βλέπουνε τα εικονίσματα φυσικά ζωγραφισμένα και δε νιώθει η ψυχή τους τη θρησκευτική ευωδία της βυζαντινής αγιογραφίας.
Στα χρόνια της σκλαβιάς η ψυχή του γένους μας καθαρίστηκε με τα βάσανα κι ένιωθε τούτη την πνευματική θλίψη, που βρίσκεται αποτυπωμένη στις εικόνες που κάνανε οι αγιασμένοι ζωγράφοι με προσευχή, με κατάνυξη και με αγάπη θερμή στον πολυβασανισμένο Χριστό μας Απ’ αυτά τα εικονίσματα φαίνεται πως είναι εμπνευσμένα και τα μοιρολόγια που λέγανε στα πάθη του Χριστού και που δεν μπορεί να τα συνθέσει κανένας τεχνίτης της ποίησης και της λογοτεχνίας, με το να συνταιριάζει μαστορικά λόγια περίτεχνα πλην κούφια και δίχως πνευματικό πόνο και χωρίς χριστιανική κατάνυξη. Αυτά είναι τα ταπεινά αγριολούλουδα, που φυτρώσανε από τη ματωμένη καρδιά του λαού μας, όπου έσμιξε τον πόνο του Χριστού με τον πόνο τον δικό του.

logo podas

About the author

OM Newsroom

Add Comment

Click here to post a comment