ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Η καρυδιά είδε τη θάλασσα

Διήγημα από τον Στάθη Κοψαχείλη*

Αποδελτίωνα τη «Μακεδονία» ψάχνοντας λεπτομέρειες για το θάνατο του ορειβάτη Γιώσου Αποστολίδη στον Όλυμπο τον Μάιο του 1964, όταν έπεσα πάνω σε μια είδηση στις μέσα σελίδες της εφημερίδας με τίτλο Μοιραίαπτώσις:

Εξέπνευσεν χθες την πρωίαν εις το Νοσοκομείον ΑΧΕΠΑ ο 84ετής νοσηλευόμενος αιγοποιμήν Αστέριος Τσιαπάρας εκ του χωρίου Άνω Σκοτίνα Πιερίας, κειμένου επί των ανατολικών κλιτύων του Κάτω Ολύμπου. Την προτεραίαν ο άτυχος υπερήλιξ ανερριχήθη τη βοηθεία κλίμακος εις την καρυδιάν του προαυλίου του όπως κλαδεύση την κορυφήν του δένδρου διότι, όπως ανέφερεν εις την σύζυγόν του, οσονούπω αύτη θα έβλεπεν την θάλασσαν. Παρά τας αντιρρήσεις και τας παρακλήσεις της συζύγου του, ούτος εμφορούμενος υπό της λαϊκής δοξασίας ότι ότε η κορυφή της καρυδιάς ίδη την θάλασσαν ο φυτεύσας αυτήν αποθνήσκει, προέβη εις την άφρονα πράξιν με αποτέλεσμα, μετά την θραύσιν ξηρού κλάδου εις ον εστηρίζετο, την πτώσιν αυτού εις το έδαφος και τον βαρύτατον τραυματισμόν του.

            Γι’ αυτή τη δοξασία δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτα. Ήξερα μόνο για τον ίσκιο της καρυδιάς ότι είναι βαρύς και δύσκολα ξυπνάς αν κοιμηθείς κάτω από αυτό το δέντρο. Το είχα διαβάσει και στο «Γεωπονικόν» του Αγαπίου Μοναχού του Κρητός: Ο ίσκιος της καρέας είναι βλαβερός, και όποιος κοιμηθή αποκάτω πονεί η κεφαλή του και ασθενεί. Βέβαια, πόσα μεσημέρια δεν ξαπλώσαμε κάτω από την μεγάλη καρυδιά του παππού μου χωρίς να πάθουμε τίποτα, όταν αποκαμωμένοι από την δουλειά στο αμπέλι, βγαίναμε το μεσημέρι να φάμε και να ξεκουραστούμε…

            Πρέπει να ήμουν αρκετή ώρα απορροφημένος στις σκέψεις μου, παραμένοντας στην ίδια σελίδα της εφημερίδας. Είχα γείρει το κεφάλι πάνω στο μεγάλο βιβλίο με τα μάτια κλειστά και θυμήθηκα που μια χρονιά, μέσα Σεπτεμβρίου, κατεβήκαμε στο Βακούφικο να τρυγήσουμε το αμπέλι μας. Είχαν έρθει οι φίλοι μου απ’ τη γειτονιά –σχολιαρόπαιδα όλοι μας–, οι αδελφές μου με τις φιλενάδες τους, ξαδέλφια, διάφοροι άλλοι συγγενείς, κι όπως ο πατέρας μου ήταν ανεβασμένος πάνω στο πατητήρι, έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μεγάλο καρύδι και «Πήγαινε εκεί στο σύνορο, δίπλα στο σωρό με τις πέτρες, κάνε μια μικρή γούρνα και φύτεψέ το» μου είπε. Πήγα στο μέρος που μου υπέδειξε και, καθισμένος ανακούρκουδα, με ένα μικρό κλαδί άρχισα να παραμερίζω τα νοτισμένα από την πρωινή δροσιά ξερόχορτα που, ζεσταμένα από τον ήλιο, άχνιζαν. Τότε, κάτω απ’ τα χόρτα είδα κουλουριασμένη μια οχιά! Ενοχλημένη, πριν προλάβω να απομακρυνθώ,  σηκώθηκε ορθή μπροστά στο πρόσωπό μου και, με ανοιχτό στόμα, βγάζοντας κάθε τόσο έξω την διχαλωτή γλώσσα της, κουνιόταν απειλητικά πίσω-μπρος, έτοιμη να με τσιμπήσει. Τινάχτηκα όρθιος, πέταξα το καρύδι στα βάτα και, έντρομος, γύρισα τρέχοντας στον πατέρα μου. Μόλις με είδε «Το φύτεψες κιόλας;» ρώτησε. Καθώς ήταν μπροστά και τα άλλα παιδιά, ντράπηκα να πω ότι φοβήθηκα το φίδι, μην με κοροϊδέψουν, και «Ναι», είπα ξέπνοα, «το φύτεψα».

                                                          ♣

Αυτό, για την καρυδιά και τη θάλασσα, ούτε ο πατέρας μου πρέπει να το ήξερε. Αν και, γενικά, άνθρωπος καθόλου προληπτικός και δεισιδαίμων, είμαι βέβαιος πως, αν το γνώριζε, αποκλείεται να έστελνε εμένα να φυτέψω το καρύδι και θα το έκανε μόνος του. «Ευτυχώς που δεν το φύτεψα», έκανα τη μαύρη σκέψη, «γιατί τώρα μπορεί να ήμουν μακαρίτης…» Αλλά και για τον πατέρα μου, που πέθανε πρόωρα, σκεφτόμουν μήπως και έφταιγε εκείνη η καχεκτική καρυδιά μας στην άκρη στο αμπέλι που, χρόνια, δεν έλεγε να προκόψει και, λογικά, πρέπει να την είχε φυτέψει ο ίδιος. Κάθε χρονιά που τρυγούσαμε το αμπέλι, μόλις τελειώναμε, τρυγούσαμε κι αυτή. Η σοδειά της μόλις και μετά βίας έφτανε το μισό καλάθι – κάτι μικρά καρύδια, τα  περισσότερα σάπια. Ο κορμός της λιανός˙ τα φύλλα της όλο τον καιρό κίτρινα και κατσαρωμένα. Παρόλα αυτά, μετά από κάποια χρόνια από τότε που φυτεύτηκε, η κορφή της μπορεί να «είδε» τη θάλασσα, που δεν απέχει και πολύ απ’ το κτήμα…

Πάντως, είτε είδε η κορφή του τη θάλασσα είτε όχι, εκείνο το δέντρο στάθηκε μοιραίο στη ζωή του πατέρα μου. Ανήμερα του Σωτήρος, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, δέναμε οι δυο μας σε μπάλες το τριφύλλι που είχαμε σπαρμένο στο στείρο, δίπλα σε κείνη την κακορίζικη καρυδιά. Εγώ «τάιζα» τη μηχανή κουβαλώντας αγκαλιές το κομμένο χορτάρι κι ο πατέρας μου έκανε τη δυσκολότερη δουλειά, κατέβαζε την ξύλινη μανέλα. Όταν η μπάλα κόντευε να τελειώσει και η μανέλα κατέβαινε πολύ ζόρικα βοηθούσα κι εγώ. Κάποια στιγμή, καθώς ήμουν πίσω του, τον είδα που κοντοστάθηκε, γύρισε το πρόσωπό του –χλωμό και ιδρωμένο–, με κοίταξε στα μάτια και φέρνοντας την παλάμη στο στήθος κάτι πήγε να πει, δεν πρόλαβε, έγειρε και έπεσε μαλακά όπως πέφτει ένα δέντρο. Τον έσυρα στον ίσκιο της καρυδιάς και γονατισμένος δίπλα του, για πολλή ώρα, μάταια προσπαθούσα να τον συνεφέρω. Μετά απελπίστηκα, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω, σηκώθηκα και είδα πως το άλογο που πριν βοσκούσε πιο πέρα είχε πλησιάσει στην καρυδιά και στεκόταν παράμερα, έχοντας τα μάτια στυλωμένα πάνω μας. Πήγα κοντά του, αγκάλιασα το λαιμό του και κοιτούσα με απόγνωση τη θάλασσα.


* Ο Στάθης Κοψαχείλης γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο Πιερίας, όπου έζησε μέχρι τα εφηβικά του χρόνια. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε στην Οφθαλμολογία. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1985 με ένα ποίημά του που δημοσιεύτηκε στην Οδό Πανός. Από το 1988 ως το 1993 δημοσίευσε διηγήματα στο περιοδικό Το Παραμιλητό. Επίσης συνεργάστηκε με τα περιοδικά δίοδος, (δε)κατα, Εντευκτήριο, Οροπέδιο, Χάρτης και Φρέαρ. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Παραμιλητά» (Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2011) και «Η δρακοντιά» (Μελάνι, 2015). Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

logo podas

About the author

OM Newsroom

Σχολιάστε το άρθρο

Γράψτε εδώ το σχόλιο σας