ΒΙΒΛΙΟ

Αιχμάλωτος

Διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη

Ο Θεόφιλος Σιούλος, κατά κόσμον «Αιχμάλωτος», κάθεται μόνος, δίπλα στη σόμπα, σ’ ένα απ’ τα μεσαία τραπέζια του καφενείου «Η ΑΣΚΟΥΡΙΣ». Πίνει τσίπουρο ξεροσφύρι και κοιτάζει την τηλεόραση. Δεν έχει σήμα, στην οθόνη «χιονίζει», όπως κι έξω στο δρόμο – ένα ψιλό χιονάκι που άρχισε να πέφτει απ’ το σούρουπο, μα όσο περνά η ώρα αγριεύει. Πότε πότε μια μορφή πάει να σχηματιστεί στην οθόνη, κάποια φωνή κάπως ξεκαθαρίζει, αλλά πάλι χάνεται. Στο γωνιακό τραπέζι ο αγροφύλακας, μεθυσμένος, μιλάει μοναχός του χειρονομώντας. Φοράει τη χειμερινή στολή με την τσόχινη χλαίνη κι ανάμεσα στα πόδια του κρατάει όρθιο το δίκαννο, ενώ στη ράχη της διπλανής καρέκλας έχει κρεμάσει τη ζώνη με τα φυσίγγια. Ο Αντρέας, ο καφετζής, καθισμένος πίσω απ’ το τεζιάκι, προσκυνάει απ’ τη νύστα. Έσφαζε γουρούνια απ’ το πρωί στον Παλιό Παντελεήμονα και τώρα, αποκαμωμένος, δεν μπορεί να κρατηθεί όρθιος, περιμένει πότε θα φύγουν οι δυο μοναδικοί πελάτες για να πάει στο σπίτι του να ξεκουραστεί.

    Κοιτάζει επίμονα την οθόνη ο Θεόφιλος και μέσα στη θολούρα του –έχει πιει ήδη τρία καραφάκια– μπερδεύει τα χιόνια που βλέπει στην τηλεόραση με τον χιονιά που τώρα πια μαίνεται άγρια, ελεεινά, βυθίζοντας τον τόπο σε απέραντη σιωπή. Αυτή την ώρα, σιγά σιγά, απαλά, το χιόνι θα σκεπάζει και το άλογό του, που το απόγευμα βαρύθυμος πήγε στο δάσος και το έδεσε σ’ ένα δέντρο να το φάνε οι λύκοι.

Σακατεμένος από την πολυομυελίτιδα σε βρεφική ηλικία ο Θεόφιλος, μπόρεσε να σταθεί στα πόδια του, αλλά το βάδισμά του ήταν περίεργο: σε κάθε βήμα λύγιζε τα γόνατα κάνοντας συγχρόνως με το δεξί χέρι μια κίνηση προς τα πίσω, σαν να χόρευε και πήγαινε να κάνει κάποιο τσαλίμι. Ακόμη κι όταν ενηλικιώθηκε, τα παιδιά συνέχιζαν να τον κοροϊδεύουν. Κρυμμένα στις γωνιές των σπιτιών, μόλις τον έβλεπαν να περνάει στο δρόμο «Άλα, Θεόφιλε…» του φώναζαν. Στρατιωτικό δεν υπηρέτησε. Παρότι άξιος και εργατικός, καμιά γυναίκα δεν τον θέλησε για άντρα της. Του προξένεψαν σε τούτο το ρημαδοχώρι μια μοναχοκόρη, ένα άκακο χαϊβανάκι, που ζούσε με τον χήρο πατέρα της, και δέχτηκε να την παντρευτεί, μόνο και μόνο να φύγει από τον δικό του τόπο, να γλιτώσει απ’ την καταφρόνια, τη  ντροπή και την ταπείνωση που ζούσε καθημερινά από τους χλευασμούς, τις λοιδορίες και την απονιά των συγχωριανών του. Στο σπιτικό που μπήκε διαφέντευε ένας παραδόπιστος δυνάστης, ο πεθερός του. Λίγο καιρό μετά το γάμο άρχισε να του φέρεται εξευτελιστικά και τον υποχρέωνε να δουλεύει σαν είλωτας, απ’ τη νύχτα ως τη νύχτα… Γι’ αυτό και οι συγχωριανοί εδώ, αναφερόμενοι στο πρόσωπό του, τον αποκαλούσαν «ο Αιχμάλωτος», θέλοντας πιο πολύ να εκφράσουν την απέχθειά τους και να στηλιτεύσουν την τυραννική συμπεριφορά του πεθερού του κι όχι τον ίδιο, που στη μικρή τους κοινωνία οι περισσότεροι τον δέχτηκαν με καλοσύνη και τον έβλεπαν με συμπάθεια.

Ο Θεόφιλος πάλι, που όλη του τη ζωή την πέρασε με καθημερινές προσβολές και ταπεινώσεις δεν πολυνοιαζόταν για όλες αυτές τις βαναυσότητες. Δεν του αντιμιλούσε ποτέ, κατέβαζε το κεφάλι και υπάκουε τυφλά στα προστάγματά του. Την ησυχία του την έβρισκε μακριά απ’ το σπίτι, στους αγρούς, παρέα με το αγαπημένο του άλογο. Επί είκοσι πέντε χρόνια, απ’ όταν ήρθε σε τούτο τον τόπο, τον περισσότερο χρόνο τον πέρασε παρέα μ’ αυτό το ζωντανό. Πουλαράκι τότε, κοντά του βρήκε τη ζεστασιά που έλειπε απ’ τη νέα του οικογένεια, έναν τρυφερό και πιστό σύντροφο που μαζί του περνούσε όλη τη μέρα. Το τάιζε καλά, το χάιδευε, το ξύστριζε κάθε πρωί, του εξομολογούνταν τα βάσανά του. Κι αυτό, σαν να καταλάβαινε, έσκυβε το κεφάλι του και τον έγλειφε… Αυτή η αγάπη του Θεόφιλου για το άλογό του δεν διέφυγε από την προσοχή του πεθερού του και συχνά του πέταγε μπηχτές για τον ανδρισμό του, υπονοώντας πως για το ότι δεν έκαναν παιδιά φταίει αυτός, που με την γυναίκα του κοιμούνται σαν αδέλφια και πως για παιδί του λογαριάζει το άλογο…

    Πέρασαν τα χρόνια, το άλογο γέρασε και ήρθε η ώρα που δεν μπορούσε πια να δουλέψει. Από το περασμένο καλοκαίρι ο Θεόφιλος σταμάτησε να το παίρνει και στα κτήματα. Έτρωγε ελάχιστα, περπατούσε με δυσκολία και έχασε το φως του. Με πόνο το έβλεπε μέρα τη μέρα να καταρρέει, να λιμοκτονεί, να μετριούνται τα πλευρά κι οι λαγόνες του να εξέχουν παράξενα, σαν αποφύσεις προϊστορικού ζώου… Πάνε τρεις μήνες τώρα που στη στενοχώρια του προστέθηκε η καθημερινή γκρίνια του άπονου πεθερού του που, απ’ το κρεβάτι που είναι καθηλωμένος τα τελευταία δυο χρόνια με εγκεφαλικό, άρχισε καθημερινά να τον προστάζει να ξεφορτωθεί το άλογο, αφού δεν μπορεί πια να δουλέψει, να μην πηγαίνει χαράμι το τριφύλλι που τρώει… Τώρα, που ακόμα μπορεί λίγο και περπατάει, να το πάει στο δάσος, να το δέσει, να το φάνε τη νύχτα οι λύκοι.

    Όταν τον πρωτάκουσε ο Θεόφιλος, συνταράχτηκε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν δυνατόν να σκέφτηκε και να λέει κάτι τέτοιο. Έκανε τρεις μέρες να πάει στο δωμάτιό του να τον καλημερίσει. Περνώντας ο καιρός οι οχλήσεις έγιναν καθημερινές, με επιτακτικό τρόπο και σιγά σιγά άρχισαν οι απειλές, πως θα τον διώξει από το σπίτι, ότι θα αποκληρώσει και την κόρη του που είναι άχρηστη σαν κι αυτόν… Ο Θεόφιλος δεν μιλούσε, πήγαινε στη δουλειά και το βράδυ που επέστρεφε άρχιζαν πάλι οι φασαρίες, οι βρισιές, οι προσβολές και οι απειλές. Η γυναίκα του κλεινόταν στην κουζίνα κι έκλαιγε. Ώσπου έφτασε Δεκέμβριος και την προπαραμονή των Χριστουγέννων, το πρωί, τον φώναξε στο δωμάτιό του και με ύφος ψυχρό και αποφασιστικό, μισοκλείνοντας το ένα μάτι, του ανακοίνωσε: «Είναι η τελευταία φορά που σ’ το λέω. Αν δεν το πας σήμερα στο δάσος, το βράδυ μη γυρίσεις σπίτι, την πόρτα θα τη βρεις κλειδωμένη». Καθώς έβγαινε απ’ το δωμάτιο, του πέταξε ακόμη: «Να το πας ξεσαμάρωτο και το καπίστρι να το κρατήσεις. Δέσε το με κανένα παλιοσχοινί».

    Βαρύς, σκεπτικός, πήγε στην κουζίνα. Η γυναίκα του έκλαιγε σαν μωρό. Τον αγκάλιασε, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και με αναφιλητά τον παρακάλεσε: «Κάνε το να ησυχάσουμε, δεν αντέχω άλλο…» Το σπαρακτικό κλάμα αυτού του άδολου αρνιού ήταν που τον λύγισε τον Θεόφιλο. Μετά από τόσα χρόνια γάμου ήταν η πρώτη φορά που τον αγκάλιαζε. Ήταν σαν να έσπασε ξαφνικά κάτι μέσα του και η καρδιά του πλημμύρισε από λύπηση, στοργή και συμπόνια γι’ αυτό το άμοιρο πλάσμα.

    Βγήκε από το σπίτι και πήγε κατευθείαν στο στάβλο. Το βρήκε καθισμένο πάνω στα άχυρα που του είχε στρώσει το προηγούμενο βράδυ. Το κεφάλι γερμένο μπροστά, ακουμπούσε με το σαγόνι στο πάτωμα. Τα μάτια του κλειστά και το τριφύλλι στο παχνί άθικτο. Κάθισε δίπλα του και του χάιδεψε τη χαίτη. Εκείνο άνοιξε λίγο τα μάτια, τα ξαναέκλεισε κι έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό. Έμεινε πολλή ώρα κοντά του. Κοιτούσε τα πλευρά του καθώς βαρυανάσαινε και σκεφτόταν πώς κατάντησε έτσι αυτό το σώμα που κάποτε γυάλιζε η τρίχα του απ’ τη ζωντάνια, που έσερνε το αλέτρι και το υνί σήκωνε μαξιλάρες το οργωμένο χώμα.

    Σηκώθηκε, ακούμπησε στον παραστάτη της πόρτας και κοίταξε γύρω. Ο καιρός βαρύς, κλεισμένος από παντού, έτοιμος για χιόνι. Πότε πότε ο αέρας έφερνε μακρινά αλυχτίσματα και μουγκανητά απ’ τα γελάδια που η αγέλη τους βοσκούσε στο δάσος. Ξανακάθισε δίπλα του. Θυμήθηκε πως κάπως έτσι ήταν όταν ξενυχτούσαν την μάνα του. Την είχαν βάλει πάνω σε μια πόρτα, κάθονταν γύρω της οι γριές και την μοιρολογούσαν…

Το απομεσήμερο, αφού παιδεύτηκε πολύ με τα διλήμματα και τις αμφιταλαντεύσεις του, με βαρειά καρδιά, πήρε την απόφαση και το σήκωσε. Του έβγαλε το καπίστρι και πέρασε στο λαιμό του ένα κομμάτι τριμμένο σχοινί. Με κόπο το έβγαλε απ’ το στάβλο κι άρχισε να το σέρνει αργά έξω απ’ το χωριό, στο δρόμο προς Πατωμένη. Η διαδρομή σωστός γολγοθάς. Κάθε τόσο το ζωντανό σκόνταφτε, σταματούσε  και γονάτιζε τρέμοντας σύγκορμο. Κάποτε έφτασαν στην Πατωμένη. Πίσω απ’ το ξωκλήσι της Παναγίας των Καναλιών άρχιζε πυκνό δάσος. Προχώρησαν λίγο μέσα στα δέντρα κι εκεί ο Θεόφιλος έδεσε το παλιοσχοινί σ’ ένα έλατο. Όση ώρα περπατούσαν στο δρόμο προσπαθούσε να κρατηθεί μην ξεσπάσει σε κλάματα. Τώρα όμως δεν άντεξε άλλο, το αγκάλιασε και το αποχαιρέτισε κλαίγοντας με λυγμούς. Καθώς απομακρυνόταν, σταμάτησε και κοίταξε πίσω. Το είδε που, παρότι δεν μπορούσε να διακρίνει, είχε γυρίσει το λαιμό προς το μέρος του και στεκόταν έτσι κοκαλωμένο. Δεν άντεχε να το βλέπει άλλο κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

    Σουρούπωνε όταν έφτασε στα πρώτα σπίτια κι άρχισε να χιονίζει. Δεν πέρασε καθόλου απ’ το σπίτι του, τράβηξε γραμμή στο καφενείο του Αντρέα. Μοναδικός πελάτης ο αγροφύλακας, καθισμένος στο γωνιακό τραπέζι, μεθυσμένος όπως πάντα. Κάθισε στη μέση, δίπλα στη σόμπα και παράγγειλε τσίπουρο. Παραξενεμένος ο καφετζής απ’ την παραγγελία του Θεόφιλου – σπάνια πήγαινε στο καφενείο και δεν έπινε ποτέ, μόλις του πήγε το καραφάκι «Ντέρτια, Θεόφιλε;» ρώτησε. «Ντέρτια», είπε κοφτά ο Θεόφιλος, μη δίνοντάς του περιθώριο για παραπάνω κουβέντες. Παράγγειλε και δεύτερο και τρίτο. Θολωμένος, καθόταν πολλή ώρα ασάλευτος στην καρέκλα του και κοιτούσε τα «χιόνια» στην τηλεόραση. Κάποια στιγμή που ο Αντρέας βγήκε στην πίσω αυλή να φέρει ξύλα για τη σόμπα, ο Θεόφιλος σηκώθηκε απότομα, άφησε κάποια χρήματα στο τραπέζι και, πριν βγει απ’ το καφενείο, πλησίασε τον αγροφύλακα, που είχε γείρει πάνω στο τραπέζι και κοιμόταν, και με τρόπο τού πήρε το δίκαννο και τη ζώνη με τα φυσίγγια.

    Δριμύς χιονιάς μαινόταν έξω και το είχε στρώσει για τα καλά. Απομακρύνθηκε απ’ το καφενείο γρήγορα και πήρε το δρόμο πίσω πάλι προς Πατωμένη. Το χιόνι μαλακό ακόμη, περπατιόταν εύκολα. Φτάνοντας στην άκρη του χωριού, κοντοστάθηκε κάτω απ’ τον τελευταίο στύλο του ηλεκτρικού, έδεσε στη μέση τη ζώνη με τα φυσίγγια και πέρασε χιαστί στον ώμο τον αορτήρα του δίκαννου. Μετά πήρε από κάτω χιόνι, το έτριψε στο πρόσωπο και στο λαιμό να συνέλθει κι έβγαλε απ’ τη μέσα τσέπη του επανωφοριού τον φακό που πάντα κουβαλούσε πάνω του. Πριν ξαναπάρει βιαστικά το δρόμο, κοίταξε ψηλά στη λάμπα: λοξά, στριφογυριστά, χορευτικά, με μανία έπεφταν τα μπαλατίνια.

    Ευτυχώς το μονοπάτι διακρινόταν ακόμη σχετικά καλά. Αυτό που σκεφτόταν σ’ όλη τη διαδρομή και αγωνιούσε ήταν τι θα αντίκρυζε όταν θα έφτανε. Παρακαλούσε μέσα του να μην έχουν προλάβει να το βρούνε οι λύκοι.

Έφτασε στην Πατωμένη, προσπέρασε το ξωκλήσι και, πριν μπει μέσα στο δάσος, γέμισε το δίκαννο. Προσεκτικά, σταματώντας κάθε τόσο και φέγγοντας τριγύρω, προχώρησε κάτω απ’ τη σκοτεινιά των δέντρων. Πλησίαζε στο σημείο που είχε δέσει το άλογο. Σταμάτησε κι αφουγκράστηκε. Υπόκωφα, πνιχτά αλυχτίσματα και σκουξίματα έρχονταν κάθε τόσο κατά κύματα. Δειλά, προχώρησε κι άλλο με το όπλο προτεταμένο. Καθώς έριξε το φως, είδε αμυδρά το άλογο και τρία ζευγάρια μάτια που γυάλιζαν στο σκοτάδι, να είναι καρφωμένα πάνω του. Τον κοιτούσαν επίμονα και τους άκουγε που γρύλιζαν. Πάτησε τη σκανδάλη κι έριξε δυο φορές στον αέρα. Είδε τον διακαμό τους,  την φευγαλέα σκιά τους, καθώς σκόρπισαν τρομαγμένοι. Ξαναγέμισε το όπλο και πλησίασε το άλογο. Στεκόταν ακόμα όρθιο μέσα σ’ ένα κόκκινο αλώνι. Το στήθος του, τα καπούλια, τα λαγαρά του, ξεσχισμένα απ’ τις δαγκωματιές των λύκων. Έτρεμε και βογγούσε. Αγκάλιασε το λαιμό του και το έσφιξε πάνω του. Έλυσε το σχοινί και με πολύ κόπο μπόρεσε να το ξεκουνήσει. Πάλαιψε καμιά ώρα για να μπορέσει να το σύρει ως το ξωκλήσι. Το τράβηξε μέσα, μπροστά στο Άγιο Βήμα, έκλεισε πίσω την πόρτα κι άναψε τα καντήλια κι ό,τι μισολιωμένα κεριά βρήκε στα μανουάλια. Ακούστηκε ένας γδούπος, καθώς το ζωντανό σωριάστηκε στο πάτωμα, πάνω στις πλάκες. Πλησίασε, έβγαλε το επανωφόρι και το έριξε πάνω του. Μετά ξάπλωσε δίπλα του αγκαλιάζοντάς το. Κοντανάσαινε και το έπνιγε η αγκούσα. Περνώντας η ώρα, μαζί με τα κεριά που ένα ένα άρχισαν να σβήνουν έσβησε κι αυτό. Έμεινε ξαπλωμένος πλάι του μέχρι το ξημέρωμα ακούγοντας τον αέρα που λυσσομανούσε και τα μακρινά ουρλιαχτά των λύκων. Ξεπαγιασμένος, έτρεμε απ’ το κρύο, αλλά το επανωφόρι δεν ήθελε να το πάρει από πάνω του.

    Όταν κάπως φώτισε, σηκώθηκε, ζώστηκε το δίκαννο και βγήκε έξω στον καιρό. Το χιόνι συνεχίζοντας να πέφτει το ίδιο πυκνό, είχε φτάσει πάνω απ’ το γόνατο. Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Η πορεία μαρτυρική. Βούλιαζε μέσα στο χιόνι, έπεφτε, σηκωνόταν, κάποιες φορές νόμιζε πως δεν θα αντέξει, θα σβήσει και θα θαφτεί εκεί. Ήταν όμως τόσος ο θυμός και το πείσμα του, που προς το μεσημέρι, ξεθεωμένος, κατόρθωσε κι έφτασε στο σπίτι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Η γυναίκα του εκείνη την ώρα ήταν στην αποθήκη, στην άλλη άκρη της αυλής. Μόλις τον είδε, έτρεξε προς το μέρος του. Ο Θεόφιλος πρόλαβε και μπήκε πρώτος στο σπίτι. Λαχανιασμένος, κάτασπρος απ’ το χιόνι που είχε κολλήσει πάνω του, με μικρές κρουσταλλίδες να κρέμονται στα μαλλιά και στα γένεια του, σκέτο στοιχειό, πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του πεθερού του και στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Η γυναίκα, πριν προλάβει να περάσει το κατώφλι, άκουσε την τουφεκιά.

About the author

OM Newsroom

Σχολιάστε το άρθρο

Γράψτε εδώ το σχόλιο σας

Πρόσφατα άρθρα